Ιησουίτες στην Ελλάδα

Έχουμε δικαίωμα να θυμώνουμε;

«Έχω γνωρίσει χειρουργούς που επέπλητταν ασταμάτητα τις νοσοκόμες τους, διευθυντές που τρομοκρατούσαν τους συναδέλφους τους. Αλλά ποτέ δεν είδα υφισταμένους να εκδηλώνουν τον θυμό τους στους προϊσταμένους τους, ή μαθητές στους καθηγητές τους: είναι η απόδειξη ότι ο θυμός σχεδόν πάντοτε φανερώνει δειλία, όταν μάλιστα ασκείται προς τους πιο αδύναμους. Ο θυμός μολύνει όποιον τον αισθάνεται. Αντίθετα, η αυτοκυριαρχία και η μετρημένη έκφραση της σκέψης ή του αισθήματός του, μεγαλώνει έναν άνθρωπο».

«Δεν εξυμνώ τον θυμό, αλλά παρατηρώ ότι αυτός απελευθερώνει πολλές αγωνίες και, ορισμένες φορές μας βοηθά να προχωρήσουμε μπροστά!».

«Υπάρχουν δύο είδη θυμών: ο ανάρμοστος θυμός που συνοδεύεται από μίσος, βλάπτει και επιτίθεται ευθέως στον άνθρωπο μέσω της βίας των λέξεων και των χειρονομιών. Θεωρώ ότι ο παγερός θυμός είναι πολύ χειρότερος από τον εκρηκτικό θυμό, διότι δεν ξεθυμαίνει, δε συγχωρεί και αναζητά την εκδίκηση. Και ο άλλος θυμός είναι ο θυμός εκείνων που έχουν αυτοκυριαρχία, που είναι η απάντηση εκείνου που θέλει να διατηρήσει και να υπερασπίσει αυτό που του φαίνεται δίκαιο. Αυτός ο θυμός είναι μια εξέγερση κατά της αδικίας και της αναξιοπρέπειας».

……
Πολλοί αναρωτιούνται αν είναι αμαρτία να θυμώνουν. Άλλοι καταπιέζουν τον θυμό τους και τον εσωτερικεύουν. Και για άλλους ο θυμός είναι πολύ πιο δυνατός από τους ίδιους: εκρήγνυνται και μετά το μετανιώνουν, γιατί ο θυμός πληγώνει τόσο αυτόν που τον αισθάνεται, όσο και αυτόν προς τον οποίο κατευθύνεται. Ο θυμός δεν είναι πάντοτε άδικος, αλλά πέρα από μια βίαιη αντίδραση, η λύση μιας σύγκρουσης βρίσκεται συνήθως στα λόγια. Πώς, λοιπόν, μπορούμε να αποφύγουμε την έκρηξη; Και έχουμε δικαίωμα να θυμώνουμε; Είναι η ερώτηση πολλών.

Απαντά ο π. Patrick Goujon, ιησουίτης θεολόγος και ιστορικός.

Και ποιος δεν έχει μετανιώσει για κάποια από τις φορές που θύμωσε; Ένας νέος δεν άντεχε άλλο ν’ ακούει τις παρατηρήσεις του πατέρα του. Στα 32 χρόνια του είχε την αίσθηση ότι ο πατέρας του δεν επρόκειτο να δει ποτέ στο πρόσωπό του κάτι άλλο από τον τεμπέλη έφηβο που υπήρξε μια φορά κι έναν καιρό. Τις παραμονές του γάμου του, όταν τον άκουσε να αναστενάζει λέγοντας «Λυπάμαι τη γυναίκα σου», ο νεαρός εξερράγη. «Μετανιώνω για όσα του είπα γιατί, αν έπρεπε να μιλιόμαστε, έπρεπε να το κάνουμε καιρό πριν. Τώρα δεν ξέρω πώς να πάω και να του μιλήσω», παραδέχθηκε αργότερα…
Ο θυμός δεν αφήνει κανέναν ανέπαφο. Ούτε το θύμα, ούτε τον ίδιο τον θυμωμένο άνθρωπο.

Τα σωστά κίνητρα
Ο θυμός δεν περιορίζεται στη βία της στιγμής. Κάποιες φορές αντιδρά σε μια αδικία που χρειάζεται να σταματήσει. Γεννιέται όταν έχουμε «μπουχτίσει» και είναι η σταγόνα που κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει. Οι λόγοι του θυμού μπορούν να είναι θεμιτοί Στην οικογένεια, μπορεί να ανεχόμαστε κατηγορίες που δεν αξίζουμε. Στη δουλειά, οι αδικίες απέναντί μας συσσωρεύονται. Οι παρεμβάσεις ενός συναδέλφου εμποδίζουν κάποιο πρότζεκτ να προχωρήσει στην ώρα του, ένας υφιστάμενος είναι ανυπάκουος, χάνουμε τον καιρό μας με ψιλοπράγματα παρόλο που φτάσαμε σε κάποια απόφαση μετά από ώριμη σκέψη, και ούτω καθεξής. Όπως είπε ο νεαρός στο παραπάνω παράδειγμα, «έπρεπε να είχαμε μιλήσει καιρό πριν». Το να νιώθουμε την δυσαρέσκεια να συσσωρεύεται μέσα μας, σημαίνει ότι πρέπει να καθίσουμε και να σκεφτούμε σοβαρά τις αιτίες αυτής της δυσφορίας, και κατόπιν να πράξουμε ό,τι μπορούμε, στα όρια των δυνατοτήτων μας. Ο νεαρός κατάλαβε, πολύ αργά, ότι θα μπορούσε να είχε μιλήσει πρωτύτερα στον πατέρα του για το πόσο έχει εξελιχθεί, για το αίσθημα της ευθύνης που τον είχε βοηθήσει να ανακαλύψει η θέση του ως στέλεχος εταιρείας.
Ακόμη και στους πιο δίκαιους θυμούς, μπερδεύεται μερικές φορές το κλείσιμο στον εαυτό μας μέσα σ’ ένα αίσθημα μίσους. Τίποτα δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι πρέπει να αντιδράσουμε σε μια αδικία, να σταματήσουμε το κακό που γίνεται εις βάρος μας, ή που βλέπουμε να διαπράττεται απέναντι σε κάποιον άλλον. Αλλά στο τέλος ο θυμός μάς απαγορεύει να κάνουμε το βήμα και να αναζητήσουμε εκείνον κατά του οποίου είμαστε θυμωμένοι. Τα πάντα, στα μάτια μας, γίνονται μια επίθεση στην οποία, εξαιτίας της απόστασης που κρατήσαμε, απαντάμε με βία. Δεν υποφέρουμε κανένα είδος δυσφορίας:  ενοχλούμαστε και γινόμαστε τελικά οξύθυμοι. Ο άλλος μας απειλεί και, προκειμένου να υπερασπίσουμε τη θέση μας, επιτιθέμεθα έχοντας φτάσει στο «αμήν». Ο θυμός τρέφεται από συμπεριφορές που απαγορεύονται, γιατί μπορούν να επιφέρουν την χειρότερη βία. Αυτός που έχουμε απέναντί μας, γίνεται ένας αντίπαλος. Η βία ή η ζήλια ελλοχεύουν και δηλητηριάζουν την κατάσταση. Ο παραπάνω νεαρός δεν ξέρει πια πώς να πλησιάσει τον πατέρα του και να του μιλήσει. Ο πατέρας από την άλλη πλευρά, αμφισβητώντας την ικανότητα του γιου του να ζήσει τη συζυγική ζωή, διέλυσε ακόμη μια φορά την υπόσχεση ενός μέλλοντος που περίμενε τον γιο του. Η σχέση διακόπηκε. Τι κάνουμε, λοιπόν, σ’ αυτές τις περιπτώσεις;

Για να βγούμε από τον θυμό
Το χειρότερο θα ήταν να απελπιζόμαστε με τους θυμούς μας και με τον εαυτό μας, ή να υποκύπτουμε στον θυμό χωρίς να αλλάζουμε τίποτα. Η έξοδος από τον θυμό πραγματοποιείται με ταπεινότητα και με τη δύναμη του λόγου μας.
Η αντιμετώπιση του θυμού αρχίζει από την αναγνώριση των λόγων που θυμώνουμε και με την απόφαση να απαλλαγούμε από αυτούς, αλλά και από το ειρηνικό θάρρος να κοιτάξουμε στα μάτια αυτό που μέσα μας αποτελεί πηγή θυμού και ερεθισμού. Το να βουτήξουμε στη θάλασσα των θυμών μας δεν είναι και η πιο ευχάριστη περιπέτεια! Διότι εκεί εμπλέκονται η κούρασή μας, τα ψυχικά τραύματά μας, αλλά και η άρνησή μας να ζήσουμε, οι μικροί συμβιβασμοί μας με το κακό ή οι συμβιβασμοί μας με την βία. Ο νεαρός στο παράδειγμά μας εξερράγη, διότι ο σταθμός της ζωής του – ο γάμος του – μπορούσε να τον οδηγήσει στις αβεβαιότητές του, δηλαδή σ’ αυτά που, ως έφηβο, τον είχαν κλείσει σε μια αδιαφορία, αυτή τη στάση στην οποία βρισκόμαστε όταν παρακολουθούμε τον εαυτό μας να επιβιώνει, αντί να ζει.
Η αναγνώριση αυτού που μας οδηγεί στον αρνητισμό, και η απόσταση που παίρνουμε απέναντί του, είναι μια μορφή ταπεινότητας. Προϋποθέτει ότι γινόμαστε πιο προσεκτικοί απέναντι στην ίδια μας τη ζωή και ότι δεν αφήνουμε τη δυσαρέσκεια να ριζώσει μέσα μας. Μερικές φορές, πρέπει να αναζητήσουμε κάποια βοήθεια από κάποιον που εμπιστευόμαστε ώστε να δούμε πιο καθαρά, να βγάλουμε μια άκρη σε μια συγκρουσιακή κατάσταση που μπορεί να ανοίξει παλιές πληγές της προσωπικότητάς μας. Ενίοτε το καλύτερο μέσο για να διασχίσουμε περιόδους αναταράξεων είναι μια καλύτερη ισορροπία ζωής που μπορεί να απομακρύνει από μας τις αιτίες της υπερδιέγερσής μας, ένας γιατρός, ή μια ψυχολογική υποστήριξη. Ο φίλος της αλήθειας δεν φοβάται το φως που πέφτει επάνω στις αδυναμίες. Το φως υπόσχεται μια καλύτερη ζωή.

Ο απαραίτητος διάλογος
Ο νεαρός άνδρας του παραδείγματός μας είχε καταλάβει ότι, πριν εκδηλώσει τον θυμό του, δεν είχε καθίσει ποτέ να μιλήσει. Βγαίνουμε από τον θυμό μας παίρνοντας το λόγο και δεν περιμένουμε να εκφράσουμε τον συσσωρευμένο θυμό μας όπως τα ζώα, ή να ταμπουρωθούμε πίσω από τη σιωπή. Ενώ σε στιγμές κρίσεως, το να συγκρατιόμαστε και να σιωπούμε είναι μακράν καλύτερο, το να πάμε προς τον άνθρωπο που μας έχει δυσαρεστήσει είναι η συμπεριφορά που ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μάς δίνει την εντολή να διατηρούμε: «Γι’ αυτό, όταν προσφέρεις το δώρο σου στο ναό κι εκεί θυμηθείς πως ο αδερφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί, μπροστά στο θυσιαστήριο του ναού, το δώρο σου, και πήγαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδερφό σου, και ύστερα έλα να προσφέρεις το δώρο σου» (Μτ 5, 23-24).
Όχι μόνο αυτή η κίνηση μας γλιτώνει από το αναμάσημα της αδικίας που διαπράχθηκε απέναντί μας, αλλά εκδηλώνει εμπράκτως ότι αυτός ο άνθρωπος μετρά περισσότερο από το κακό που μας έκανε. Μπαίνοντας σε διάλογο με εκείνον που μας πληγώνει ή μας εκνευρίζει, δίνουμε στον εαυτό μας την ελπίδα ότι αυτός μπορεί να αλλάξει συμπεριφορά.  Πιστεύουμε ότι μπορεί να αλλάξει τη στάση του και αυτή η ελπίδα μας βοηθά να αναπτύξουμε την ευσπλαχνία μας. Η έξοδος από τον θυμό είναι σχεσιακή. Δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτόν από μόνοι μας. Θα ανταποκριθεί ο άλλος; Και βέβαια, ο άλλος μπορεί να συνεχίσει να κωφεύει μπροστά στα λόγια μας. Το δικό του κλείσιμο είναι ένα κάλεσμα στην δική μας πραότητα. Θα μπορούσε επίσης να είναι αυτός δια του οποίου επανέρχεται η ειρήνη, εάν ακούσουμε πραγματικά εκείνο που έχει να μας πει.

Γλυκύτητα και θάρρος
Όλα θα ήταν πιο απλά αν δεν υποκύπταμε ποτέ στον θυμό… Ένα μεγάλο μέρος της χριστιανικής παράδοσης, μετά από τους μεγάλους διδασκάλους του στωικισμού, προσπάθησε να αποτρέψει τον θυμό από την καρδιά του ανθρώπου, όπως και κάθε πάθος. Πολλοί σήμερα ονειρεύονται έναν άνθρωπο «ζεν», που έχει απαλλαγεί από κάθε πάθος. Αυτό το όνειρο μιας ζωής ειρηνικής θα μπορούσε, ίσως, να μας κάνει να αποφεύγουμε να πολεμάμε τις αδικίες. Ένας βαθμός αγανάκτησης μπορεί να μας οδηγήσει στον θυμό προκειμένου να υπερασπίσουμε τα καταπατημένα δικαιώματα των πιο μικρών. Ακόμη και ο Χριστός θύμωσε όταν οι Φαρισαίοι εμπόδιζαν την θεραπεία ενός άνδρα το Σάββατο. Ο Χριστός θεράπευσε τον άνδρα αυτόν και κάλεσε τους υπόλοιπους,  αφού τους κοίταξε με θυμό, να σκεφτούν. Δεν γλίτωσε από την δική τους βία, αλλά απάντησε προσευχόμενος στον Πατέρα Του να συγχωρήσει όσους Τον καταδίκασαν.
Η πάλη κατά του θυμού απαιτεί να διδαχθούμε την επιείκεια και τη γλυκύτητα, αλλά χωρίς να υποβιβάζει τη σπουδαιότητα που έχει η δύναμή μας να πάμε και να βρούμε αυτόν που θεωρούμε ότι μας αδικεί, να του μιλήσουμε, να τον αντιμετωπίσουμε. «Εγώ σε στέλνω στον Φαραώ», λέει ο Κύριος και στέλνει τον Μωυσή να συναντήσει τον καταπιεστή του λαού του (Έξοδος 3, 1-10). Ποιοι είναι οι φαραώ που ο καθένας μας έχει κληθεί να αντιμετωπίσει; Οι Γραφές μας διδάσκουν να αντιστεκόμαστε με τη δύναμη του λόγου, αναζητώντας τη συνάντηση με τους εχθρούς μας.

*Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα: 
Μελετάμε το Ευαγγέλιο κατά Μάρκο, 3:1-7
«Ο Ιησούς μπήκε πάλι στη συναγωγή. Εκεί ήταν ένας άνθρωπος με παράλυτο χέρι. Πρόσεχαν να δουν αν θα τον θεραπεύσει την ημέρα του Σαββάτου, για να τον κατηγορήσουν. Λέει τότε στον άνθρωπο με το παράλυτο χέρι: ‘Σήκω κι έλα εδώ στη μέση’. Και τους ρωτάει: ‘Επιτρέπει ο νόμος το Σάββατο να κάνει κανείς καλό ή να κάνει κακό; Να σώσει μια ζωή ή να την αφήσει να χαθεί;’. Αυτοί σιωπούσαν. Κι αφού έριξε μια ματιά γύρω του με οργή, λυπημένος πολύ για την πώρωση της καρδιάς τους, λέει στον άνθρωπο: ‘Τέντωσε το χέρι σου’. Κι εκείνος το τέντωσε, κι έγινε καλά το χέρι του σαν το άλλο. Βγήκαν έξω οι Φαρισαίοι κι αμέσως συσκέφθηκαν με τους Ηρωδιανούς και πήραν απόφαση να τον εξοντώσουν. Ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές του κατευθύνθηκε προς τη λίμνη».

(Επιμέλεια κειμένων και απόδοση: Ειρήνη Κουτελάκη)

Διαβάστε επίσης...