Ιησουίτες στην Ελλάδα

Καθολική Εκκλησία, κληρικαλισμός και καταχρήσεις εξουσίας

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία της Κυριακής 28 Οκτωβρίου 2018 από τον π. Pierre Salembier, τ.Ι.
Η ομιλία βασίστηκε στο δεύτερο ανάγνωσμα, την Προς Εβραίους Επιστολή (Εβρ 5, 1-6), και θίγει τον κληρικαλισμό, δίνοντας τροφή για σκέψη.

Αδελφοί μου,
Το δεύτερο ανάγνωσμα της σημερινής λειτουργίας είναι από την Επιστολή προς Εβραίους. Γιατί επέλεξα να μιλήσω γι’ αυτήν; Πρώτα απ’ όλα, αυτό το κείμενο δύσκολα γίνεται κατανοητό από όσους δεν έχουν εξοικειωθεί με τις λειτουργικές χρήσεις του Ναού της Ιερουσαλήμ, και δεύτερον, το θέμα του ιερατείου, που βρίσκεται στο επίκεντρο όλης αυτής της Επιστολής, το βρίσκουμε σ’ ένα μεγάλο πρόβλημα που παρουσιάζεται στην σημερινή Καθολική Εκκλησία: τον κληρικαλισμό.

Ας δούμε, κατ’ αρχάς, τι λέει αυτό το κείμενο. Ξεκινά συνδέοντας το ρόλο και τον τρόπο διορισμού των μεγάλων ιερέων του Ναού της Ιερουσαλήμ στην παράδοση των Εβραίων: «Κάθε αρχιερέας που προέρχεται από ανθρώπους, εγκαθίσταται για να υπηρετεί τον Θεό για χάρη τους και για να προσφέρει δώρα και θυσίες για τις αμαρτίες τους». Ο διορισμός τους είχε να κάνει με μια εκλογή, αλλά και με μια κλήση: «Κανένας δεν παίρνει μόνος του αυτή την τιμή, αλλά όταν τον καλέσει ο Θεός, όπως κάλεσε τον Ααρών». Και όλη η επιχειρηματολογία της Επιστολής προς Εβραίους στοχεύει στην φανέρωση ότι, μέχρι την επιστροφή του Χριστού, ο αρχιερέας δεν μπορούσε να είναι ένας τέλεια αποτελεσματικός ενδιάμεσος μεταξύ Θεού και λαού, διότι και ο ίδιος ήταν αμαρτωλός. Για το λόγο αυτό, «είναι υποχρεωμένος να προσφέρει, όπως για το λαό, έτσι και για τον εαυτό του, θυσίες για τη συγχώρηση των αμαρτιών». Και η συνέχεια της Επιστολής αναπτύσσει αυτή την διαβεβαίωση, ότι υπάρχει οριστικά μόνο ένας αρχιερέας που μπορεί να διασφαλίσει πλήρως αυτή τη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπων – ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Από τη μια πλευρά, είναι ο μόνος που ορίστηκε από τον Θεό: «Ο Χριστός δεν τίμησε ο ίδιος τον εαυτό του με το αξίωμα του αρχιερέα, αλλά του το έδωσε εκείνος που του είπε: Εσύ είσαι ο Υιός μου, εγώ σήμερα σε γέννησα». Και από την άλλη πλευρά, η Επιστολή υπογραμμίζει ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός που είναι ολοκληρωτικά εξουσιοδοτημένος να αποκτήσει την άφεση των αμαρτιών, γιατί ο ίδιος είναι χωρίς αμαρτία.

Αυτή η ερμηνεία της Επιστολής προς Εβραίους συνέβαλε κατά πολύ στο γεγονός ότι, στην πρώτη Εκκλησία, αυτός ο τίτλος ιερέως δεν αποδιδόταν σε κανέναν παρά μόνο στον Χριστό. Κατά τους πρώτους αιώνες, για να οργανωθεί, η Εκκλησία σταδιακά καθιέρωσε τους πρεσβύτερους, που ήταν υπεύθυνοι για τις τοπικές κοινότητες, έπειτα –αργότερα –τους επισκόπους, με το καθήκον να επιβλέπουν αυτές τις κοινότητες σε μια μεγάλη πόλη ή σε μια περιοχή της χριστιανοσύνης, που αργότερα ονομάστηκε επισκοπή. Ποτέ δεν εμφανίζεται μέσα στο κείμενο των Πράξεων των Αποστόλων ο όρος του ιερέως για να περιγράψει τον υπεύθυνο μιας κοινότητας. Μόνο από τον 4ο αιώνα, όταν η Εκκλησία αναγνωρίστηκε επισήμως, εμφανίστηκε αυτός ο όρος – ο «ιερέας».

Αλλά να που σήμερα η Καθολική Εκκλησία, προσπαθώντας να εξηγήσει τους λόγους τόσων εγκλημάτων σεξουαλικής κακοποίησης που διέπραξαν τόσοι ιερείς, ακόμη και επίσκοποι, αναρωτιέται για τους λόγους που επέτρεψαν ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Αλλά ο πάπας Φραγκίσκος βλέπει την προέλευση αυτού του κακού στον κληρικαλισμό. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να αποσαφηνίσουμε τι εννοεί με αυτό.

Το ένα από τα χαρακτηριστικά του κληρικαλισμού είναι το να τίθενται οι ιερείς και οι επίσκοποι «επάνω» από τον λαό του Θεού, σαν μια ανώτερη τάξη, που χαρακτηρίζεται από την χειροτονία. Για τον πάπα Φραγκίσκο, αυτό αποτελεί διαστροφή. Η ιερατική ή η επισκοπική χειροτονία δεν έχει ως στόχο να θέσει μια κατηγορία χριστιανών πάνω από τον υπόλοιπο λαό του Θεού, αλλά να της αναθέσει μια «ειδική υπηρεσία», απαραίτητη για την καλή λειτουργία των κοινοτήτων και την τέλεση των μυστηρίων της Εκκλησίας. Εάν ακούσετε καλά τις προσευχές που εκφράζει ο ιερέας κατά την τέλεση των μυστηρίων, γενικά το κάνει εν «ημίν», δηλαδή στο όνομα του εκκλησιάσματος. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μόνο, ο ιερέας λέει «εγώ»: στο βάπτισμα, «εγώ σε βαπτίζω», και στο μυστήριο της συμφιλίωσης, «Κι εγώ, σου συγχωρώ όλες τις αμαρτίες», αλλά προσθέτοντας αμέσως ότι το κάνει «στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Η δεύτερη πληγή του κληρικαλισμού, που συνδέεται με το πρώτο χαρακτηριστικό, είναι η τυφλή εμπιστοσύνη στους ιερείς και τους επισκόπους. Προσοχή όμως: αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τους ιερείς και τους επισκόπους, αλλά ότι αυτή η εμπιστοσύνη δεν πρέπει να είναι τυφλή. Υπάρχει η υποχρέωση των ιερέων και των επισκόπων να υποβάλλουν όλες τις σημαντικές αποφάσεις τους στα συμβούλια – «οικονομικά συμβούλια», «ποιμαντικά συμβούλια» και άλλα, που η Εκκλησία έχει καθιερώσει. Υπάρχει επίσης η υποχρέωση αυτών των συμβούλων να εκφράζουν συνειδητά τι κρίνουν όσον αφορά αυτές τις προτάσεις που κάνουν οι ιερείς και οι επίσκοποι. Αλλά ο Πάπας διαπιστώνει ότι, δυστυχώς, συχνά αυτά τα συμβούλια δεν λειτούργησαν σωστά. Ακριβώς διότι τα μέλη των διαφόρων συμβουλίων εμπιστεύθηκαν τυφλά την εξουσία, την οποία είχαν το καθήκον να συμβουλεύσουν. Και διαδόθηκε, μέσα στην Καθολική Εκκλησία, στη διάρκεια των περασμένων αιώνων, μια υπέρμετρη εκτίμηση της υπακοής, ώστε αυτή έδωσε τη θέση της στην ανεξέλεγκτη κατάληψη εξουσιών, που ευνόησαν κάθε είδους κατάχρηση.

Τέλος, θα έλεγα ότι ένας από τους τρόπους άσκησης του κληρικαλισμού είναι η «ιεροποίηση» ή η εξιδανίκευση του ιερέως. Είναι, πράγματι, μια πολύ κακή πρακτική να εξιδανικεύουμε τον ιερέα, και δεν είναι χριστιανικό. Εάν ανατρέξουμε στα Ευαγγέλια, ιερό είναι το άτομο, ο άνθρωπος. «Κάθε άνθρωπος είναι μια ιερή ιστορία». Κι αν έπρεπε να καθιερωθεί μια ιεραρχία του ιερού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δύο είναι οι ιδιαίτερα ιερές κατηγορίες για τον Χριστό: οι φτωχοί και τα παιδιά, οι μικροί: «Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω», λέει ο Ιησούς στο κατά Ματθαίον 25, 42, και «όποιος δέχεται στο όνομά μου ένα από αυτά τα παιδιά, εμένα δέχεται» (Μτ 18, 5). Θα προσέθετα επίσης ότι ιεροποιώντας τον ιερέα, τον βλάπτουμε, γιατί τον απομονώνουμε. Αλλά, όπως λέει η Αγία Γραφή: «Δεν είναι καλό ο άνθρωπος να είναι μόνος», κι αυτό ισχύει για όλους, συμπεριλαμβανομένων των ιερέων και των επισκόπων. Η ιεροποίηση των ιερέων οδηγεί στην άρνηση όλων των απλών, ανθρώπινων και αδελφικών αυτών σχέσεων, που αποτελούν τις προϋποθέσεις μια ισορροπημένης ζωής.

Εν κατακλείδι, θα τολμούσα να σας εμπιστευθώ μια σκέψη που μου προκλήθηκε από το δράμα των δύο ιερέων που αυτοκτόνησαν στη Γαλλία τις τελευταίες εβδομάδες. Σύμφωνα με τους μάρτυρες, και οι δύο ιερείς απολάμβαναν εκτίμησης από τους ενορίτες τους. Ας αναρωτηθούμε λοιπόν: μήπως ήταν, τελικά, πολύ μόνοι;…

(Επιμέλεια και απόδοση: Ειρήνη Κουτελάκη)

Διαβάστε επίσης...